αμνηστεύω

[амнистэво] р. амнистировать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμνηστεύω" в других словарях:

  • αμνηστεύω — αμνηστεύω, αμνήστευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αμνηστεύω — 1. ενεργ. δίνω αμνηστία, συγχωρώ για το αδίκημα που διαπράχθηκε 2. παθ. μού δίνεται αμνηστία. [ΕΤΥΜΟΛ. < άμνηστος. ΠΑΡ. αμνήστευτος νεοελλ. αμνήστευση, αμνηστεύσιμος] …   Dictionary of Greek

  • αμνηστεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος, δίνω αμνηστία σε κάποιον για ένα αδίκημα που έκαμε: Η Πολιτεία αμνήστευσε ορισμένα αδικήματα που έγιναν στην Κατοχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άμνηστος — ἄμνηστος, ον (Α) αυτός που ξεχάστηκε, ο λησμονημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερ. + μνηστὸς < μιμνήσκω. ΠΑΡ. αμνηστία, αμνήστευτος, αμνηστικός, αρχ. ἀμνηστεύω, νεοελλ. αμνήστευση, αμνηστεύσιμος, αμνηστευτικός, αμνηστεύω, αμνηστώ] …   Dictionary of Greek

  • αμνήστευση — η [αμνηστεύω] παροχή αμνηστίας …   Dictionary of Greek

  • αμνήστευτος — (I) η, ο (Α ἀμνήστευτος, ον) [μνηστεύω] νεοελλ. αυτός που ακόμη δεν μνηστεύθηκε, δεν αρραβωνιάστηκε αρχ. (για γυναίκα) αυτή που δεν έγινε νόμιμη σύζυγος, η παλλακίδα. (II) η, ο αυτός που δεν του δόθηκε αμνηστία. [ΕΤΥΜΟΛ. < *αμνηστευτός <… …   Dictionary of Greek

  • αμνηστευτικός — ή, ό [αμνηστεύω] αυτός μέσω τού οποίου παρέχεται αμνηστία …   Dictionary of Greek

  • αμνηστεύσιμος — η, ο [αμνηστεύω] 1. ο άξιος να αμνηστευθεί, να τύχει αμνηστίας 2. αυτός που βάσει ειδικού νόμου είναι δυνατό να αμνηστευθεί …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.